ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 

ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΤΕΣ


9- ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ / ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ / ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

9.1- Προστασία κι οριοθέτηση του Ελαιώνα. 9.500 στρέμματα με 3.000 στρέμματα καλλιεργειών πρέπει να οριοθετηθούν και να καθορισθούν οι χρήσεις γης. Ο δήμος οφείλει να αναλάβει την νομοθετική πρωτοβουλία της οριοθέτησης του. Ο Ελαιώνας είναι το παρόν και το μέλλον της πόλης της Αθήνας. 
  
9.2- Προστασία των ελεύθερων κοινωνικών χώρων.

9.3- Εκτεταμένες φυτεύσεις υψηλού πρασίνου, με δημιουργία νέων πάρκων.

9.4- Αντιμετώπιση του προβλήματος των σκουπιδιών με ανακύκλωση στη βάση. Το σκουπίδι είναι πηγή πλούτου. Τα σκουπίδια αποτελούνται   από ανακυκλώσιμα υλικά (χαρτί, γυαλί, μέταλλο, αλουμίνιο, τηγανέλαια, κ.α τα έχουν τιμή κι η ανακύκλωση τους τιμολογείται), από οργανικά απορρίμματα τα οποία κομποστοποιούνται και γίνονται εξαιρετικό οργανικό λίπασμα και από μπάζα, για τα οποία απαιτείται η απόρριψη τους σε συγκεκριμένους χώρους. Τεχνολογίες βάσει της ανωτέρω λογικής υπάρχουν κι Ελλάδα κι εξωτερικό. Ρομποτικοί σταθμοί ανακύκλωσης λειτουργούν με αξιοπιστία στο εξωτερικό. Υπάρχει κι ελληνική τεχνογνωσία στο αντικείμενο αυτό. Δεν απαιτείται ο δήμος να ανακαλύψει την πυρίτιδα. Μια πιλοτική εφαρμογή συστημάτων ψυχρής επεξεργασίας κι ανακύκλωσης αστικών στερεών απορριμμάτων μπορεί εύκολα και με ελάχιστο κόστος να τεθεί σε εφαρμογή. Οι θερμές μέθοδοι επεξεργασίας των απορριμμάτων (αποτέφρωση, καύση, πυρόλυση) δημιουργούν ζητήματα στο περιβάλλον. Εκείνο το οποίο οι ΔΥΝΑΜΕΙΣ της ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ προτείνουν και θέλουν να το περάσουν ως μήνυμα είναι: «η νοικοκυρά πρέπει να πληρώνεται για τα σκουπίδια τα οποία παράγει». Όχι τα λεφτά αυτά να πηγαίνουν σε τσέπες εργολάβων. Η ανακύκλωση στη βάση σε κάθε γειτονιά καταργεί το ασταμάτητο κοστοβόρο πηγαινελα των απορριμματοφόρων.

9.5- Ύψιστη προτεραιότητα είναι η καθαριότητα της πόλης. Το εργαζόμενο προσωπικό από τα απορριμματοφόρα που θα καταργηθούν θα απασχοληθεί στον τομέα καθαριότητας της πόλης. Η Αθήνα ως πόλη με πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα (υπόγεια ποτάμια) προσφέρεται για σωστή διαχείριση της καθαριότητας με δημιουργία αντλιοστασίων ανά συνοικία, για τον σκοπό αυτό.  

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ

9.6- Υλοποίηση, ολοκλήρωση του σχεδίου ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας.

9.7- Αναπλάσεις μικρής κλίμακας σε γειτονιές, με πεζοδρομήσεις κι αισθητικές βελτιώσεις του τοπικού δημόσιου χώρου.

9.8- Δημιουργία αναβαθμισμένων πολεοδομικών κέντρων ανά διαμέρισμα, για οργανική σύνδεση του σημερινού ασπόνδυλου οικιστικού ιστού.

9.9- Ιδιαίτερη μέριμνα στον δημόσιο χώρο με ταυτόχρονη προσπάθεια ανάδειξης του αισθητικού κριτηρίου. Υιοθέτηση προτάσεων φορέων κι ενημέρωση των πολιτών για την αξία του. 

9.10- Επικαιροποίηση των πολεοδομικών μελετών που είχαν ξεκινήσει επί αειμνήστου Αντώνη Τρίτση και δρομολόγηση τους όπου αυτό είναι οικονομικά εφικτό. Ενεργό Οικοδομικό Τετράγωνο και Ζώνες Ενεργού Πολεοδόμησης είναι δυο σημαντικά εργαλεία που μας προσέφερε ο Τρίστης τα οποία παρέμειναν αναιτίως ανενεργά κι οφείλουμε να τα επανεξετάσουμε σύμφωνα με την διεθνή τους αποτελεσματικότητα σε προηγμένες χώρες. 

9.11- Αξιοποίηση του αρχιτεκτονικού πλούτου της πόλης σε συνεργασία με φορείς προστασίας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Προστασία κτιρίων (σε οποιαδήποτε βαθμό διατηρισημότητας  βρίσκονται), καθαρισμό κι ανάδειξη τους.

9.12- Για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου είμαστε κατ’ αρχήν θετικοί αλλά στον δημόσιο διάλογο πέρα από ωραιοποιημένες μακέτες θα πρέπει να τεθεί το ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΟ. Η πολυθρυλούμενη αλλά μέχρι τώρα άφαντη συνολική κυκλοφοριακή μελέτη που εκπόνησε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο θα πρέπει να παρουσιασθεί επίσημα και δημοσίως πριν την υπογραφή της σύμβασης της πεζοδρόμησης. Μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις στον πολεοδομικό ιστό της πόλης απαιτούν διαφάνεια και κατανόηση των λεπτομερειών από όλους.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

9.13- Η καθημερινότητα δεν βελτιώνεται με ευχές. Η καθημερινότητα συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνικότητα. Το δικαίωμα σε μια ποιοτική καθημερινότητα είναι εξόχως πολιτικό. Με την αντιμετώπιση των πολιτικών ζητημάτων τίθεται η βάση για μια υγιή ειλικρινή πρόθεση βελτίωσης της καθημερινότητας. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο με την ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Ο πολίτης αποφασίζει τι καθημερινότητα του αξίζει.   

Ένα πολεοδομικό όραμα για την Αθήνα

Η ειλικρίνεια μιας νέας ανεξάρτητης δημοτικής κίνησης σχετικά με τους διατιθέμενους οικονομικούς πόρους είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να εξυπηρετηθεί οποιαδήποτε προσπάθεια υλοποίησης ενός πολεοδομικού οράματος. Μελέτες του σχετικού αντικειμένου έχουν ήδη εκπονηθεί από το τέλος της δεκαετίας του ’80 κι αρχές του ’90. Η προσπάθεια πολεοδομικής ανασυγκρότησης υπό τον αξιομνημόνευτο Αντώνη Τρίτση, μετά τον απροσδόκητο θάνατο του, δεν προχώρησε σε έκταση ως όφειλε. Οι μελέτες της περιόδου εκείνης πρέπει να επικαιροποιηθούν στον παρόντα χρόνο, να συμπληρωθούν και τροποποιηθούν, ώστε να μπουν στη συνέχεια σε μια διαδικασία υλοποίησης.

Εκτός των διαφόρων επιμέρους πολεοδομικών θεμάτων, η δημοτική μας κίνηση φιλοδοξεί να εισάγει την καινοτομία του «αισθητικού κριτηρίου» σε οποιοδήποτε έργο ή μελέτη για το Δήμο της Αθήνας. Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι το ζητούμενο, η ενσάρκωση ενός υψηλού υλικού πολιτισμού.

Μια από της σημαντικότερες επιδιώξεις της κίνησης μας θα είναι η πραγμάτωση της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Αξιοποιώντας κάθε υλική δυνατότητα και με παροχή τεχνογνωσίας από τη πλευρά μας θα αγωνισθούμε για την υλοποίηση αυτού του πρωταρχικού για την πρωτεύουσα έργου.

Για να μην υπάρξουν παραφωνίες ως προς το πνεύμα από το οποίο πρέπει να διακατέχονται οι αναπλάσεις, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι ο στόχος των αναπλάσεων οφείλει να είναι η αναβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών των κατοίκων της γειτονιάς. Η δική μας φιλοσοφία είναι να προστατευθούν οι ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις με δομές αλληλεγγύης και ει δυνατόν οι πολεοδομικές αναπλάσεις να επιτευχθούν και με μεθόδους αυτοδιαχείρισης κι εθελοντισμού στην υλοποίηση των έργων, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής.

Το σκέλος των προτεραιοτήτων σε θέματα πολεοδομικού ιστού, βελτίωσης της ποιότητας της ζωής, παραμένει ανοιχτό σε προτάσεις από ομάδες και άτομα πολιτών. Κάθε διαβούλευση ακόμη κι αντιπαράθεση με επιχειρήματα κρίνεται αναγκαία, γονιμοποιεί το αμεσοδημοκρατικό διάλογο και παράγει κοινωνική συναίνεση αναγκαία για την υλοποίηση του εφικτού. 


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ

Πρόσκληση ενδιαφερόμενων για Κομποστοποίηση στη γειτονιά
του Χαράλαμπου Λαζάνη



Φίλοι συνδημότες.


Όλοι γνωρίζουμε ότι η κομποστοποίηση είναι μια απόλυτα φυσική διαδικασία κατά την οποία τα διάφορα στερεά βιολογικά οργανικά απόβλητα μετατρέπονται σε φυσικό λίπασμα με πολύ ευνοϊκές συνέπειες για το περιβάλλον.
Η ιδιαιτερότητες της Συνοικιακής κομποστοποίησης που μας ενδιαφέρει είναι οι εξής:
- Περιορίζεται στα στερεά βιοαπόβλητα που προέρχονται από τα νοικοκυριά και τους κήπους. Σε πρώτη φάση, δεν μετέχουν της Συνοικιακής τα προερχόμενα από επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος (εστιατόρια, σούπερ μάρκετ, εργαστήρια επεξεργασίας και συσκευασίας τροφίμων) νοσοκομεία, σχολεία κτλ. ή από κλαδέματα και φύλλα προερχόμενα από δημοτικές εκτάσεις (οικόπεδα, δρόμοι, πλατείες)
- Διενεργείται ανά πολεοδομική ενότητα του δήμου ή σε τμήματα αυτών (ανά επί μέρους γειτονιές) και σε χώρους εντός των ακαλύπτων των πολυκατοικιών ή σε αδόμητα οικόπεδα.
- χρησιμοποιούνται οι ήπιες μέθοδοι της οικιακής κομποστοποίησης με ως επί το πλείστον χειρονακτικά εργαλεία με μικρό κόστος αγοράς και λειτουργίας.
- Με κατάλληλη οργάνωση, που σημαίνει κυρίως κινητοποίηση για συμμετοχή των νοικοκυριών με διαλογή στην πηγή (ΔσΠ) των αποβλήτων τους, οι μικρές και διάσπαρτες στις γειτονιές ομάδες κομποστοποιών μπορούν να παράγουν άριστο εδαφοβελτιωτικό και να πορίζονται τα αναγκαία προς το ζην.
- στην πραγματικότητα η Συνοικιακή κομποστοποίηση δεν είναι μια αλλά πολλές, όσες και οι ομάδες ή οι γειτονιές όπου θα διενεργείται η Συνοικιακή, καθώς ο χαρακτήρας της θα προκύπτει από τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολεοδομικές ιδιαιτερότητες κάθε γειτονιάς αλλά και από τον χαρακτήρα κάθε επί μέρους ομάδας κομποστοποιών στους οποίους πέφτει το βάρος όχι μόνο της εργασίας αλλά και της συντήρησης του ενδιαφέροντος του άμεσου κοινωνικού τους περίγυρου για την πρακτική της διαλογής στην πηγή (ΔσΠ) των βιοαποβλήτων τους. Αυτή η τελευταία ιδιαιτερότητα είναι που διακρίνει την ‘Συνοικιακή’ κομποστοποίηση ως μια πρακτική που ξεπερνάει την οικολογική διάσταση δίνοντας την ευκαιρία για βελτίωση της κοινωνικής συνοχής, στη βάση μιας φιλάνθρωπης οικονομίας, σε αναζήτηση μιας φιλανθρωπίας ενεργητικής και για τους αποδέκτες της και γι’ αυτό οικονομικά παραγωγικής.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι τεχνικό. Τα μέσα, τα εργαλεία, οι γνώσεις, υπάρχουν και θα υπάρχουν, έστω φθίνοντα, για κάμποσο καιρό ακόμα. Αυτό που τείνει επικίνδυνα να εκλείψει είναι η άλλη οπτική, η ικανή να ‘ανοίγει’ δρόμους στην πράξη φωτίζοντας την ‘άλλη πόλη’ που είναι δίπλα μας, γύρω μας, κι ωστόσο δεν την βλέπουμε, όσο κι αν την έχουμε ανάγκη. Γι’ αυτό, η πρόσκληση προσεγγίζει την αναμφισβήτητα χρήσιμη για το φυσικό περιβάλλον και τις κοινωνίες μας πρακτική της κομποστοποίησης, με τρόπο που να θεραπεύει τόσο την τρωθείσα ‘φυσικότητα’ του πρώτου, σαν οντότητας που ξέρει πολύ καλά να ‘φύεται’ ανεξάρτητα από τη δική μας μεγαλομανία, όσο και την ανθρωπινότητά μας που, παρ’ όλες τις καλές κι οπωσδήποτε όχι πάντα προσχηματικές προθέσεις μας, αδυνατεί να επανακάμψει από τα ‘αζήτητα’ προς τα οποία οδεύει.

 Η αντίληψή μας για την γενικότερη συνθήκη, όπως την βιώνουμε οι δημότες, η οποία μας οδήγησε στη διατύπωση της πρότασής μας για Συνοικιακή κομποστοποίηση.

Ζούμε μια τραγική κατάσταση κατά την οποία το κράτος αποσύρεται από τον κοινωνικό του ρόλο και παράλληλα αυξάνει την φορολόγηση και τους ασφυκτικά περιοριστικούς ελέγχους στις παραγωγικές δραστηριότητες με τρόπο που αναπόδραστα οδηγεί αυτές σε παράλυση και τους πολίτες στην ανέχεια. Το ίδιο κράτος, από την άλλη πλευρά, με υποτίθεται νόμιμες, τύπου fast track, αδιαφανείς διαδικασίες αποδίδει, απλόχερα και έναντι πινακίου φακής, πόρους προς εκμετάλλευση (έδαφος και υπέδαφος) και άλλους προς απλή καταστροφή (δάσος, υδροφόρο ορίζοντα) σε εταιρείες τυχοδιωκτών Άγριας Δύσης τύπου Eldorado Gold. Έτσι, οι πολίτες αναζητούμε απεγνωσμένα διεξόδους επιβίωσης με το Κράτος να αναγνωρίζεται πλέον από εμάς ως κράτος-Διώκτης, ως κράτος Εξόντωσης των πολιτών του για λογαριασμό τυχοδιωκτών.

Αναγνωρίζουμε τώρα πως, μετά τρία χρόνια διαμαρτυριών και διαδηλώσεων, κανένα φρένο δεν τέθηκε στην ασκούμενη πολιτική ενώ αντίθετα η εντατικοποίησή της είναι έκδηλη. Διαπιστώνουμε πως το κράτος συνεχίζει απτόητο να ενορχηστρώνει έναν ειρηνικό στην όψη αλλά αποκρουστικό στα αποτελέσματά του κοινωνικό εμφύλιο με τους πολίτες να εναλλασσόμαστε σε ρόλο διώκτη και θύματος· ως θύματα καλούμαστε να καταβάλλουμε από το υστέρημά μας το κόστος συντήρησης των ίδιων των διωκτών-δημίων μας και ως διώκτες υποκύπτουμε στη μόνη προτεινόμενη διέξοδο επιβίωσης, δηλαδή στη συγκατάθεση να γίνουμε κι εμείς ‘ολίγον’ διώκτες (λογιστές, εφοριακοί, επιθεωρητές κτιρίων, υπάλληλοι εισπρακτικών εταιρειών, εκτιμητές περιουσιακών στοιχείων υπό κατάσχεση, αστυνομικοί, υγειονομικοί, μέλη έμμεσα επιδοτούμενων από το κράτος ΜΚΟ, διακινητές λαμπερών σκουπιδιών υπό μορφή προϊόντων ή υπηρεσιών, κτλ.) για να ζήσουμε τις οικογένειές μας. 
Όμως ένα κοινωνικό σώμα που αποδέχεται να λειτουργούν τα μέλη του υπό καθεστώς κοινωνικού κανιβαλισμού είναι ήδη κλινικά νεκρό, με τις τεχνικές υποστήριξής του (επιδόματα ανεργίας κτλ) να χρησιμεύουν μόνο για να μην καταρρεύσει με πάταγο και αφυπνιστούμε, όσα μέλη του διατηρούμε ακόμη αυτή την ικανότητα. Στον αποκλεισμό της αφύπνισης εστιάζεται και ο ρόλος της, ανώδυνης για το κατοχικό καθεστώς φιλανθρωπίας, επώδυνης όμως για την κοινωνία πολιτών, γιατί τροφοδοτείται από διαθέσιμους πόρους που ολοένα σπανίζουν, χωρίς δυνατότητα αναστροφής της τάσης. Τούτο το τελευταίο σημαίνει πως όταν οι κρουνοί της φιλανθρωπίας εκ μέρους της κοινωνίας προς τα αδύναμα μέλη της -νομοτελειακά, με την παρούσα διαχείριση της κρίσης- θα στερέψουν, τότε θα είναι πλέον αδύνατη οποιαδήποτε μορφή φιλανθρωπίας γιατί το σύνολο της κοινωνίας πολιτών θα έχει περιέλθει σε καθεστώς πλήρους ένδειας, απόλυτα παραδομένο στις κατοχικές δομές.

Η κατάσταση απόλυτης ομηρίας, θα είναι το προϊόν πολιτικών ανελέητης  φορολόγησης συνδυασμένης με δίωξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων των πολιτών με προσχήματα προστασίας του περιβάλλοντος, μάχης κατά της εγκληματικότητας, εξοικονόμησης ενέργειας, ασφάλειας, υγειονομικής προστασίας, κ.ά. όλα ενταγμένα σε τεχνητό περιβάλλον διάλυσης της κοινωνικής συνοχής, με συνέπεια, βοηθούντων και των ΜΜΕ, την διέγερση αιτημάτων ‘σωτήριων επεμβάσεων’ φέρνοντας αναπότρεπτα το Κράτος Διώκτη σε θέση Απόλυτου Κριτή-Τιμωρού, συχνά υπό τις επευφημίες των θυμάτων του και όχι μόνο των πιστών λειτουργών του.

Η απορρόφηση και παράδοση των κεντρικών κρατικών οργάνων σε -ανεξέλεγκτους από τους πολίτες- διεθνικούς οργανισμούς, μέσω της υπαγωγής σε αυτούς της νομοθεσίας, του οικονομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, της αγοράς, της άμυνας, κτλ., σε συνδυασμό με την παραπληροφόρηση των ΜΜΕ και την ένταξη στο νέο πλέγμα της δημόσιας παιδείας, καθιστά για τους πολίτες αδύνατο τον επηρεασμό, επ’ ωφελεία τους, της Πολιτείας. Γίνεται φανερό πως ακόμα και στην περίπτωση έλευσης στην εξουσία μιας ‘αντιμνημονιακής’ κυβέρνησης, καμία αλλαγή δεν πρόκειται να επέλθει γιατί η δημοκρατία δεν λειτουργεί αν, σε περίπτωση εκτροπής όπως πράγματι συμβαίνει, το σώμα της κοινωνίας δεν είναι σε θέση να επέμβει διορθωτικά και ΑΜΕΣΑ. Γιατί δεν προσιδιάζουν σε ελεύθερους πολίτες, σε συνεκτική κοινωνία ελεύθερων πολιτών, οι στάσεις παθητικής αποδοχής ενός ήδη τριετούς κι ολοένα επιδεινούμενου παρόντος ή οι στάσεις αναμονής ενός ολοένα επισφαλέστερου μέλλοντος, από τη στιγμή που ΤΩΡΑ αυτοκτονούμε και λιμοκτονούμε, από τη στιγμή που ΤΩΡΑ ξεσπιτωνόμαστε, διωκόμαστε και απειλούμαστε με ακόμη χειρότερα.

Επομένως αν --όπως έχουμε δικαίωμα να υποθέσουμε και όπως πολλοί εύλογα κρίνουμε πως πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα-- το παγκόσμιο σύστημα με τα θεσμοθετημένα όργανά του έχει προσλάβει έναν απάνθρωπο κι εγκληματικό χαρακτήρα που έχει διαβρώσει τους θεσμούς των εθνικών κρατών και κατ’ επέκταση -μέσω της υποτελούς τοπικής αυτοδιοίκησης- τις επί μέρους τοπικές κοινωνίες του δικού μας εθνικού κράτους, τίθενται τα εξής ερωτήματα:
-οι απλοί κάτοικοι και δημότες, τί περιθώρια αντίδρασης διαθέτουμε εδώ και τώρα, στην καθημερινότητά μας, από τη στιγμή που διαπιστώνουμε πως μέσω του θεσμικού πολιτικού πλαισίου δεν υπάρχει διέξοδος κινδύνου για εμάς;
-από τη στιγμή που διαπιστώνουμε πως η μόνη διέξοδος που μας προσφέρεται είναι η ‘έξοδος από την ύπαρξη’;
-ή αλλιώς, πόσοι ακόμη πρέπει να πεθάνουμε προκειμένου να γίνει αποδεκτό το δικαίωμά μας, όχι στην ανομία, αλλά σε μιαν άλλη νομιμότητα που θα μας επιτρέπει να υπάρχουμε έστω φτωχά αλλά εν κοινωνίᾳ και με αξιοπρέπεια; (το 5%; το 10; το 20; το 30; το 50%; ή μήπως οφείλουμε να πεθάνουμε όλοι;)
-όσοι επομένως βλέπουμε πως ανήκουμε, ή πως σύντομα θα περιέλθουμε, σε τούτη την κατηγορία των ‘περισσευούμενων από την ύπαρξη’, ήδη οριζόμενων από κοινωνιολόγους ως ‘ανθρώπινα σκουπίδια του συστήματος’, δεν έχουμε δικαίωμα να κινηθούμε (όχι αντικοινωνικά, όχι ανήθικα αλλά) εξωθεσμικά;
-είναι δηλαδή εγκληματική η αναζήτηση λύσης εκτός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου η παρακμή και η διάβρωση του οποίου αδυνατεί να μας απαλλάξει από την κατάσταση που βρισκόμαστε;
-πρέπει να δεχθούμε να πεθάνουμε οι μισοί γιατί, για τον νόμο που πιθανά θα μας δικαιώσει, απαιτείται αναμονή 3, 5, 10, 50 χρόνων μέχρι να ‘ωριμάσουν’ οι συνθήκες και να ψηφιστεί;
-δεν έχουμε οι δημότες δικαίωμα -προκειμένου να ζήσουμε και πάντως πριν αποθάνουμε- υπέρβασης της κρατικής νομοθεσίας έστω κι αν, δια της καθ’ υπέρβαση του νόμου δράσης μας, όχι απλά δεν βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, αλλά αντίθετα, άπαντες ωφελούμαστε και συνάμα το περιβάλλον;
Από μόνο του το γεγονός, το ότι απλοί δημότες καταλήγουμε να διατυπώνουμε, χωρίς εμπάθεια και παρά το καθεστώς πλήρους ανασφάλειας, τα πιο πάνω αγωνιώδη ερωτήματα, δεν είναι ενδεικτικό της ύπαρξης απέναντί μας μιας απόλυτα ξένης, μη αναγνωρίσιμης και γι’ αυτό (ας διατυπώσουν οι συνταγματολόγοι τη νομική αιτιολόγηση) άνομης εξουσίας;

Αιτιολόγηση της πρότασης Συνοικιακής Κομποστοποίησης στις γειτονιές του Δήμου μας.

Τα κομποστοποιήσιμα που μας ενδιαφέρουν, είναι τα αποκαλούμενα οικιακά στερεά βιοαπόβλητα. Προέρχονται από τις κουζίνες και τους κήπους των νοικοκυριών. Από τις κουζίνες προέρχονται από την παρασκευή γευμάτων ως τα μη βρώσιμα κατάλοιπα της σχετικής διαδικασίας, ή ως τροφές -φυσικές ή μαγειρεμένες- που δεν αναλώθηκαν, ενώ από τους κήπους προέρχονται υπό μορφή κλαδεμάτων, ξερών φύλλων και υπολειμμάτων χλοοκοπής. Με την κομποστοποίηση είναι δυνατό να μειωθεί κατά το ήμισυ το βάρος του συνόλου των οικιακών στερεών αποβλήτων μας καθώς τα μισά από αυτά είναι ανακυκλώσιμα ενώ τα άλλα μισά, τα οικιακά στερεά βιοαπόβλητα όπως είπαμε πως ονομάζονται, κομποστοποιούνται. Το ‘κομποστοποιούνται’ μπορεί να μη σημαίνει τίποτα για τα χρηματολάγνα ήθη μας, θα σήμαιναν ‘πολλά’ όμως αν αντιλαμβανόμασταν πως αντί να δίνουμε 50€/t για να απαλλαγούμε από τα ‘σκουπίδια’ θα μπορούσαμε να τα πωλούμε επεξεργασμένα -ή αλλιώς κομποστοποιημένα- προς 100€/t. Επειδή η απαλλαγή από αχρείαστες δαπάνες λογίζεται σαν κέρδος, σε σύγκριση με την τωρινή κατάσταση το συνολικό κέρδος μας θα ήταν: 100-(-50)=100+50=150€/t. Πριν όμως, προκειμένου να βρούμε το ‘διάφορο’, απαντήσουμε στο ερώτημα: πόσο στοιχίζει η κομποστοποίηση ενός τόνου σκουπιδιών; να επισημάνουμε πως η κομποστοποίηση είναι μια διαδικασία απόλυτα φυσική· ένα φύλλο ή μια λεμονόκουπα σε επαφή με το χώμα θα κομποστοποιηθούν από μόνα τους, σε 12 μήνες το φύλλο, σε 36 η λεμονόκουπα· γι’ αυτό, η κύρια εργασία του κομποστοποιού είναι να φροντίζει τις συνθήκες υγρασίας, θερμοκρασίας και αερισμού του σωρού των βιοαποβλήτων προς κομποστοποίηση ώστε η απόλυτα φυσική διαδικασία να μην διακόπτεται λόγω μη ευνοϊκών συνθηκών. Αν κάνει καλά τη δουλειά του, κατά μέσον όρο 6 μήνες θα είναι αρκετοί για την ολοκλήρωσή της, δηλαδή για την μεταβολή του βιοαπόβλητου σε άριστο εδαφοβελτιωτικό. 

Άλλο βασικό γνώρισμα της ‘Συνοικιακής’ μας -όπως ονομάζουμε την κομποστοποίηση που προτείνουμε, ωσάν να επρόκειτο περί τοπικής καλλονής που τα θέλγητρά της μας έχουν μαγέψει- είναι οι ήπιες, οικιακές της μέθοδοι και τα απλά εργαλεία της, άπαντα χειρονακτικά πλην του βενζινοκίνητου κλαδοθρυμματιστή. Επίσης η ‘Συνοικιακή’ δεν μας θέλει πλούσιους γιατί ο εξοπλισμός που απαιτεί για να την ασκήσουμε είναι οικονομικός. Τούτα τα δύο τελευταία θέλγητρά της φαντάζουν αξεπέραστα ειδικά σήμερα αν έχουμε κατά νου το σταθερά ανοδικά βαίνον γράφημα της ανεργίας της τελευταίας τετραετίας (από 10% το 2010 σε 27% σήμερα) όπως και το δίδυμό του γράφημα της σταθερής αύξησης της φτώχειας, κατά τα πρότυπα των τριτοκοσμικών χωρών. Από την άλλη, η ‘’Συνοικιακή’’ μας θέλει επίμονους και υπομονετικούς μαζί της, ενωμένους και συνεργατικούς μεταξύ μας, ειδικά κατά το πρώτο κρίσιμο 8άμηνο που θα χρειαστεί να το περάσουμε ‘ασκητικά’ μέχρι να αρχίσει να χαρίζει τα δώρα της στους τίμιους δουλευτές της. Επίσης απαιτεί από εμάς λεύτερο φρόνημα, όρεξη για δουλειά στην ύπαιθρο και προθυμία για να μας διδάξει τα μυστικά της..

Είναι ευνόητο πως, με την κομποστοποίηση, το κόστος που σήμερα καταβάλουμε για την απαλλαγή μας από τα πιο πάνω απόβλητα (το κόστος των 50€ ανά τόνο που ήδη αναφέραμε) θα εξαλειφθεί πλήρως. Πέρα όμως από την καθαρά χρηματική ελάφρυνση, πολύ σημαντική θα είναι η μείωση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που προκύπτει από τον τρόπο που σήμερα διενεργείται η όλη διαδικασία συλλογής, αποκομιδής, διαλογής, επεξεργασίας και ταφής των υπολειμμάτων τους.

Για παράδειγμα τα οχήματα, τα χρησιμεύοντα για την συλλογή και τη μεταφορά των απορριμμάτων, επιβαρύνουν το περιβάλλον γιατί απαιτούνται πρώτες ύλες και ενέργεια για την κατασκευή τους αλλά και για τη λειτουργία τους, όπως το πετρέλαιο για την κίνησή τους ή τα τακτικά αντικαθιστάμενα και άρα απορριπτόμενα/ανακυκλούμενα φθαρμένα μηχανέλαια, ελαστικά, ηλεκτρικοί συσσωρευτές, φίλτρα και άλλα φθαρτά εξαρτήματά τους· ακόμα, επιβαρύνουν το περιβάλλον γιατί εκπέμπουν CO2 κι άλλες βλαβερές χημικές ενώσεις και μικροσωματίδια, γιατί είναι εστίες επικίνδυνων μικροβίων, δυσοσμίας και θορύβου· επιπλέον χρειάζονται νερό και απορρυπαντικά για το καθάρισμα και την απολύμανσή τους, χώρο για την στάθμευση, χώρο και για την κίνησή τους, ενώ για όσο χρόνο κινούνται στους δρόμους συμβάλλουν κατά το ποσοστό που στατιστικά τους αναλογεί στο σύνολο των τροχαίων ατυχημάτων.. και τέλος, όταν πια θα έχουν αχρηστευθεί λόγω φυσικής φθοράς, η απόσυρσή τους θα συνιστά μια ακόμη περιβαλλοντική επιβάρυνση η οποία μειώνεται (μεν) με την ανακύκλωση χωρίς, ωστόσο, να εξαλείφεται. Αντίστοιχη περιβαλλοντική επιβάρυνση προξενούν για την κατασκευή και λειτουργία τους και οι κεντρικές εγκαταστάσεις διαλογής (πχ σύμμεικτων απορριμμάτων) επεξεργασίας (πχ καύσης) και ταφής των υπολειμμάτων.

Ας μην ξεχνάμε και τα εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα που ανακύπτουν με τις ως επί το πλείστον βεβιασμένες, αδιαφανείς και τεχνοκρατικές διαδικασίες χωροθέτησής τόπων επεξεργασίας και εναπόθεσης απορριμμάτων (βλέπε π.χ. τα γεγονότα της Κερατέας). Ας μην ξεχνάμε επίσης πως λόγω της έκθεσής μας στον διεθνή καταμερισμό της παραγωγής, η αποβιομηχάνιση της χώρας μας βαθαίνει με αποτέλεσμα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του πιο πάνω μηχανολογικού εξοπλισμού να εισάγεται από άλλες χώρες και να αυξάνεται το δημόσιο χρέος καθώς τα κύρια έσοδα όπως από εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ή από τον τουρισμό δεν επαρκούν για να καλύψουν τα έξοδα. Να υπενθυμίσουμε εδώ πως η ‘Συνοικιακή μας’ είναι παραγωγική δραστηριότητα έντασης εργασίας και τεχνογνωσίας που προσφέρονται χωρίς κόστος, αλλά και ‘έντασης πολιτισμού’ που στην πραγματικότητα ΔΕΝ μας λείπει.

Πιστεύουμε εν ολίγοις, με απόλυτη βεβαιότητα, πως η ‘Συνοικιακή μας’ έχει την ικανότητα να μας διδάξει, αν την πάρουμε στα σοβαρά και δεν έχουμε σκοπό να ερωτοτροπήσουμε προεκλογικά μαζί της σα νά ‘ταν ακόμη μιά -κακά τα ψέματα- βολική για εμάς πόρνη, πώς να απαλλαχθούμε από ΌΛΑ, τα δεινά που μας κατατρέχουν. Δεν θα μας απαλλάξει αυτή. Μόνοι μας θα απαλλαχθούμε. Αυτή απλά θα μας διδάξει πώς θα αρχίσουμε και πώς θα συνεχίσουμε μόνοι μας, αφού η αρχή είναι όχι το μισό, αλλά το όλο, γιατί μια καλή αρχή φέρει ήδη μέσα της και το καλό τέλος. 

Οι τρόποι εφαρμογής της Συνοικιακής Κομποστοποίησης ιδωμένοι μέσα από την αναγνώριση της ανάγκης ενός νέου πλαισίου πολιτισμικής αναγέννησης προκειμένου να καταστεί εφικτή η έξοδος από την κρίση.

Το προτεινόμενο εγχείρημα συνοικιακής κομποστοποίησης φιλοδοξεί να ενταχθεί σε πλαίσιο μιας -με θετικό πρόσημο- απάντησης των δημοτών εδώ, στα Βριλήσσια, αλλά και πολλών υπό σύσταση κοινωνιών πολιτών ανά την Επικράτεια, σαν ευκαιρία ανασύστασης της διαρρηγμένης συνεκτικότητάς τους και συνάμα σαν ευκαιρία επανεκκίνησης της καθημερινής ζωής πάνω σε νέες, στερεότερες, βάσεις. Συνδυάζει δύο βασικότατες προϋποθέσεις:

 1η, τον βιοπορισμό όσων θα εργασθούμε, σε συνθήκες πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με αντικείμενο εργασίας την Συνοικιακή Κομποστοποίηση.
Ο βιοπορισμός όμως αυτός θα είναι τελείως διάφορος από ό,τι ως τώρα έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε βιοποριστική ‘εργασία’, ‘δουλειά’ ή ‘απασχόληση’. Τολμούμε να ισχυριστούμε πως μπορεί να κατανοηθεί ΜΟΝΟ αν ειδωθεί υπό το πρίσμα μιας πολιτισμικής αναγέννησης κατά την οποία η έννοια της εργασίας επανεδράζεται στη σωστή της βάση που δεν είναι άλλη από αυτήν της ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, κυριολεκτικά δηλαδή, παραγωγής έργου για τον δήμο· έργου που συνάμα είναι ‘καλό’ καθώς τέρπει τις αισθήσεις όλων -δήμου και δημιουργού- με την έννοια του καλλιτεχνήματος. Επειδή ‘βέβαια’ δεν πρόκειται εδώ, κομποστοποιώντας, να φιλοτεχνήσουμε μια νέα Αφροδίτη της Μήλου (αν και κατά βάθος περί αυτού ακριβώς πρόκειται..) αλλά να βιοποριστούμε, και ως γνωστό ο βιοπορισμός δεν είναι απαλλαγμένος από κόπο και μόχθο ή αλλιώς από την βία του ..βίου, έχουμε επίγνωση πως τούτος καθίσταται υποφερτός και λειτουργικός μόνο υπό το πνεύμα σχέσεων μιας κατά βάση χριστιανικής αντίληψης για τη ζωή.

Το ότι η πιο πάνω αντίληψη είναι παρεξηγημένη στα μάτια πολλών συνανθρώπων μας, δεν έχει να κάνει με την Αλήθεια της, παρά με τις ανθρώπινες αδυναμίες του εκάστοτε κομιστή της αλλά και με κείνες όλων όσων τον κρίνουμε. Πόσο μάλλον που σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ουδείς είναι αναμάρτητος ενώ καθείς καλείται να υπερβεί εαυτόν για να αμαρτάνει λιγότερο καθώς το ‘καθόλου’ είναι θέμα θείας Χάρης, κι όχι μόνο ανθρώπινης προσπάθειας. Γι’ αυτό, και το πνεύμα επιείκειας και συγχώρησης, προσφοράς και θυσίας σε αυτή την αντίληψη σχέσεων είναι διάχυτο προς όλες τις κατευθύνσεις, κατακόρυφα όσο και οριζόντια, για να ζητιέται όσο και για να δίδεται με ΜΟΝΟ διαβατήριο την ανυποκρισία..

Αν, όπως πολλοί όψιμα διαβλέπουν, μεταξύ των οποίων και ο Δήμαρχος της πόλης μας, η κρίση δεν είναι απλά οικονομική αλλά έχει βαθύτερα, και συγκεκριμένα ηθικά αίτια, και άρα η έξοδος από αυτή απαιτεί ανώτερες πολιτισμικά συνειδήσεις, αυτή η αναβάθμιση των συνειδήσεων δεν είναι δυνατό να προωθείται με νουθεσίες υπακοής και κηρύγματα νομιμοφροσύνης ή οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων για τους δημότες. Την πολιτισμική έκφραση αυτής της αναβαθμισμένης συνείδησης οι απλοί δημότες οφείλουμε να την αναζητούμε και προωθούμε έμπρακτα, άμεσα και σε κάθε λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής, ελεύθερα. Δεν είναι σκόπιμο να αναμένουμε νομοθετικές πρωτοβουλίες από το κράτος (όπως π.χ. ο νόμος 4019/2011 περί κοινωνικών επιχειρήσεων) όταν αναγνωρίζουμε πως το Κράτος όχι μόνο δεν μας σώζει, αλλά τροφοδοτεί την κρίση μας. Ούτε είναι σκόπιμο να βασιζόμαστε για την αναβάθμιση των συνειδήσεων στην παραγωγή έτοιμων προς κατανάλωση (συχνά επιδοτούμενων) πολιτισμικών προϊόντων.

Αν λοιπόν διαβλέπουμε ηθικό έλλειμμα που μας εμποδίζει να υπερβούμε την οικονομική κρίση, τότε, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε με αφορμή την ηθικοποίηση της, τελείως ανήθικης -αποδεκτής ωστόσο από τους κρατικούς και δημοτικούς φορείς και από τις ‘αγορές’ - αντίληψης περί εργασίας, με τον ίδιο τρόπο οφείλουμε, οι ηθικολόγοι εξ’ ημών, να ηθικοποιήσουμε και την έννοια της οικονομίας αποδίδοντάς της  τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα τον οποίο πλέον εμφανώς και παντελώς στερείται, γιατί αν πράγματι η επίσημη οικονομία ήταν ηθική, τότε δεν θα είχαμε ούτε ανεργία ούτε ανάγκη της ανεπίσημης φιλανθρωπίας (για επίσημη κρατική ούτε λόγος) από πλευράς απλών δημοτών οι οποίοι όπως-όπως κι από το υστέρημά τους προσπαθούνε να καλύψουν τις συνεχώς διογκούμενες ανάγκες: ως πότε όμως; αφού είναι βέβαιο πως σύντομα οι βοηθούντες θα περάσουν στο στρατόπεδο των βοηθούμενων και τότε όλοι θα διαπιστώσουμε πως δεν θα έχουμε μπροστά μας κανέναν για να μας βοηθήσει παρά έναν Δήμο με τον Δήμαρχο, με το Δημοτικό Συμβούλιο με τις κοινωνικές υπηρεσίες του κτλ., που όλοι, θα θέλουν βέβαια να βοηθήσουν, αλλά δεν θα μπορούν! με την εξαίρεση ίσως της δωρεάν μεταφοράς μας, με μισθωμένο από τον Δήμο όχημα, επιδοτούμενο κι αυτό από το ΕΣΠΑ, στα κρατικά ‘ανθρωπιστικά’ στρατόπεδα που ήδη στήνονται και για χάρη μας πλέον και όχι μόνο για τους μετανάστες αλλοδαπούς.

2η, την ενεργή συμμετοχή στο έργο της Συνοικιακής Κομποστοποίησης από τους κατοίκους της γειτονιάς ως τοπικής συνεκτικής κοινότητας συγκατοίκησης σε κλίμακα πολυκατοικίας, οικοδομικού τετραγώνου, γειτονιάς ή πολεοδομικής ενότητας του Δήμου.
Η κοινότητα αυτή αναγνωρίζει πως οι καθημερινές επιλογές της μέσα στον άμεσο περίγυρό της συνεπάγονται μετοχή σε ευρύτατες οικολογικές διεργασίες οι οποίες φέρουν αποτελέσματα που, όσο κι αν είναι δυσδιάκριτα, δεν είναι ποτέ άσχετα των επιλογών που η ίδια -είτε δια της αδιαφορίας της είτε δια του ενδιαφέροντός της- κάνει. Τούτο σημαίνει κοινότητα ανθρώπων που έχουν διάθεση να ερευνήσουν τα όρια των δικαιωμάτων και της ελευθερίας τους με σκοπό να εστιάσουν σε δράσεις εντός των ορίων αυτών ώστε να κάνουν άμεσα και σε βαθμό που από πλευράς τους είναι εφικτό εκείνο που ούτε οι δημόσιες αρχές ούτε οι αγορές κάνουν. Ο νόμος 4019/2011 για τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις υποτίθεται πως ήρθε για να καλύψει το κενό. Μένει να διερευνηθεί στην πράξη κατά πόσο είναι ένα κρατικό εργαλείο ελέγχου των πειραματισμών και αναζητήσεων της κοινωνίας και τελικά εργαλείο εξουδετέρωσής τους, εξουδετέρωσης της αυτενέργειας, του αυθόρμητου και ακηδεμόνευτου χαρακτήρα τους που ωστόσο είναι απόλυτα αναγκαίος για την επιτυχή έκβασή τους.

Η Συνοικιακή κομποστοποίηση προτείνεται σε όλη την γειτονιά χωρίς την υποχρεωτική συμμετοχή κανενός. Όσοι πάντως θα εργαστούν ως ‘Συνοικιακοί’ θα το κάνουν βάσει κανόνων που θα θέσουν οι ίδιοι για την μεταξύ τους σχέση. Θα προτείνουν στο τμήμα των νοικοκυριών που θα συμμετάσχει τον τρόπο ή τους τρόπους συμμετοχής. Όσοι πάλι δεν θα συμμετάσχουν θα συνεχίσουν ανεμπόδιστα τις παλιές τους (αδιέξοδες) πρακτικές. Δεν πρέπει όμως να φέρουν αναίτια εμπόδια στους υπόλοιπους. Είναι βασικό να γνωρίζουν ότι το να μην κάνει τίποτα ο γείτονάς τους προκειμένου να βελτιώσει την κατάστασή του, μπορεί μεν να τους εξασφαλίζει την ησυχία τους, αλλά μόνο πρόσκαιρα γιατί σύντομα το αδιέξοδο του συνανθρώπου τους θα το συναντήσουν κι αυτοί μπροστά τους και μάλιστα όντας οι ίδιοι μέσα σε μια κοινωνία με συνοχή ακόμη περισσότερο διαβρωμένη.
Το ισχυρό συνδετικό της ενότητας της γειτονιάς που θα εγγυηθεί την επιτυχία του σχεδίου θα είναι μια άλλη αντίληψη περί φιλανθρωπίας κατά την οποία η φιλανθρωπία δεν είναι μια ξεκομμένη πράξη, εν είδει προσφοράς, για να καλύψουμε ελλείμματα λόγω γενικότερης απανθρωπιάς του οικονομικού συστήματος αλλά ένας άλλος τρόπος συμμετοχής, οτιδήποτε κι αν κάνουμε. Δεν είναι μόνο η φιλανθρωπία, με τον πυροσβεστικό της χαρακτήρα, που χρειαζόμαστε, αλλά γενικότερα μια φιλάνθρωπη οικονομία. Έχει ήδη επισημανθεί πως ενδιαφερόμαστε, όχι τόσο να τρώμε τα ψάρια που η φιλανθρωπία εφοδιάζει το τραπέζι μας ως πεινασμένων, αλλά να τα ψαρεύουμε από μόνοι μας ώστε να μην γινόμαστε βάρος στους υπόλοιπους και να έχουμε την ικανότητα και την εξ’ αυτής ικανοποίηση να προσφέρουμε κι εμείς από το περίσσευμά μας.

Η Διαλογή στην Πηγή (ΔσΠ) δηλαδή ο χωρισμός των αποβλήτων σε ξεχωριστές σακούλες (βιοδιασπώμενες κατά προτίμηση) ήδη από το νοικοκυριό από όπου προέρχονται και πριν από την απόρριψή τους σε διαφορετικούς κάδους, είναι το βασικότερο τεχνικό/διαδικαστικό πρόβλημα στο οποίο σκοντάφτει η όποια προσπάθεια ορθολογικής-οικολογικής διαχείρισης των οικιακών στερεών αποβλήτων. Παρά την αναγκαιότητά της, τα νοικοκυριά στερούνται κινήτρων για συμμετοχή στην ΔσΠ. Οι λόγοι είναι πολλοί. Η Πολιτεία με την ‘ελλιπή’ της αλλά στην πραγματικότητα αντικοινωνική της οργάνωση και προγραμματισμό, συνδράμει στην διόγκωση του προβλήματος που με τη σειρά του απαιτεί χειρισμούς έκτακτης ανάγκης από συγκεντρωτικά συστήματα διαχείρισης που μόνο οι μεγαλοεργολάβοι του χώρου μπορούν να προσφέρουν, με το αζημίωτο βέβαια γι’ αυτούς όχι όμως για τους δημότες και το περιβάλλον1. Επί πλέον, ακόμα και οι επιχειρήσεις που έχουν σαν αντικείμενο την κομποστοποίηση και συνεπώς έχουν κάθε λόγο να προωθούν την ΔσΠ με διαφημιστικές καμπάνιες προς τους δημότες ή και με παροχές σε αυτούς, μέσω των δήμων, κάδων κομποστοποίησης και λοιπού εξοπλισμού ή τεχνογνωσίας, δεν έχουν καταφέρει τίποτα το ουσιαστικό, παρά την πολύχρονη ύπαρξή και δράση τους και παρά την ευνοϊκή γι’ αυτές Ευρωπαϊκή νομοθεσία που όμως αναμένει ανεπικύρωτη, εδώ και χρόνια, θαμμένη σε συρτάρια Υπουργικών Γραμματέων. Η ΔσΠ για να γίνει αποτελεσματικά, χρειάζεται γνώση, κόπο, χώρο και χρόνο από πλευράς των νοικοκυριών· είναι ευνόητο πως με τον τρόπο που είναι μονταρισμένη η καθημερινότητα των νοικοκυριών, με την βιασύνη που παρασκευάζονται τα γεύματα και με τους αυτοματισμούς με τους οποίους απομακρύνονται τα απόβλητα, τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν. Συνεπώς χρειάζεται εκ μέρους των νοικοκυριών συνειδητή προσπάθεια και μεγάλη δόση βούλησης εδρασμένης σε ισχυρά κίνητρα ώστε να επιτευχθεί η προαπαιτούμενη για την κομποστοποίηση ΔσΠ. Επειδή όμως τέτοια ισχυρά κίνητρα δεν υπάρχουν, γι’ αυτό και η ΔσΠ έχει βαλτώσει. Για τα νοικοκυριά ούτε η διάσωση του περιβάλλοντος μέσω της εφαρμογής οικολογικών πρακτικών, ούτε ακόμα η οικονομική ελάφρυνση για τον Δήμο -και έμμεσα γι’ αυτά μέσω της μείωσης των δημοτικών τελών- συνιστούν ισχυρά κίνητρα για ΔσΠ η οποία όπως διαπιστώνουμε απαιτεί συμμετοχή, όχι όμως ανώδυνη αλλά με θυσίες.

Οι συνθήκες πολύπλευρης κρίσης όπως τις έχουμε αναδείξει πιο πάνω είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες πορεύονται και τα νοικοκυριά. Η αγωνία τους για το παρόν και το μέλλον είναι έντονη όπως και η θέλησή τους για διέξοδο. Το ότι είναι αδρανή δεν απορρέει από επιλογή τους αλλά αντίθετα από συνειδητοποίηση της ανυπαρξίας ουσιαστικής επιλογής μεταξύ αυτών που τους προσφέρονται. Η μόνη τους μονόδρομη επιλογή είναι η πρόσδεση της μοίρας τους με την μοίρα του συστήματος. Η πρόσδεση αυτή βιώνεται ως ομηρία που προδιαθέτει για μια σωτήρια διαφυγή, όμως, καθώς κανείς δεν εγγυάται ότι αυτή η διαφυγή δεν θα είναι άλλο από άμεση απειλή θανάτου, αφήνονται στον αργό θάνατο της ομηρίας. Αυτή πάλι η προδιαγεγραμμένη εξόντωση δεν εμφανίζεται ποτέ ως τέτοια· καλούμαστε ολοένα και περισσότερο να είμαστε ‘ολιγότερον’ υπαρκτοί προκειμένου να αποφύγουμε, για κάμποσο ακόμη, να μην υπάρχουμε καθόλου. Επειδή πρόκειται για μια τεχνητή καταστροφή, ελεγχόμενη, έχουμε την ψευδαίσθηση πως ο έλεγχός της διενεργείται επ’ ωφελεία μας, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο έλεγχος απλά καταστέλλει  την ανάδυση της αίσθησης του επείγοντος, την συνειδητοποίηση της ανάγκης για άντληση όλων των αποθεμάτων δύναμης που μας χρειάζονται για να αντισταθούμε.

Όπως σε μια φυσική καταστροφή, κατά τις πρώτες ώρες και πριν ακόμα εμπλακούν οι κρατικές υπηρεσίες, για παράδειγμα σε έναν σεισμό, βλέπουμε τους ανθρώπους να αλλάζουν στάσεις, να γίνονται πιο κοινωνικοί, συμμετέχοντας σε ομάδες διάσωσης, παροχής ιατρικής βοήθειας, φαγητού, νερού, στησίματος καταυλισμών, διαφύλαξης των περιουσιών του καθένα, κτλ., έτσι και τώρα οι δημότες οφείλουμε να αφομοιώσουμε ανάλογο πνεύμα. Πρέπει να τεθούμε υπό καθεστώς Πολιτικής Προστασίας το οποίο όμως θα οργανώνεται από εμάς τους ίδιους τους δημότες, όσους θα συμμετέχουμε στο στήσιμο και την λειτουργία του, δημοκρατικά και υπεύθυνα. Εν ολίγοις μιλάμε για μια συλλογική, αγωνιστική προσπάθεια μέσα από την αυθυπέρβαση του καθένα και με έπαθλα την κοινή σωτηρία, ένα ανθρώπινο μέλλον για τα παιδιά μας, την ίδια κοινή πατρίδα ανακτημένη. Για ένα πόλεμο χωρίς εκρήξεις βομβών και πυροβόλων που όμως αφήνει ανοικτό το πεδίο  για τον ηρωισμό και το ξεδίπλωμα του ανθρώπινου μεγαλείου μέσα από την απάρνηση του εαυτού και την θυσία από αγάπη για τον άλλο. Σε ένα τέτοιο κλίμα, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, πόσο μάλλον η ΔσΠ!

Το νοικοκυριό που θα συμμετάσχει θα έχει τώρα το ισχυρό κίνητρο που προηγουμένως του έλλειπε: την ένταξη σε μια κοινή προσπάθεια να υπάρχουμε όχι αλλιώς ή διαφορετικά αλλά απλά να υπάρχουμε, γιατί αυτό που μας προτείνεται είναι η ανυπαρξία. Αν θέλουμε να υπάρχουμε πραγματικά, χωρίς άλλο θα μας αποκαλυφθεί και ο τρόπος στη διαδρομή. Πιστεύουμε πως η γνώση ότι, με την διενέργεια ΔσΠ δίνουμε την δυνατότητα σε γείτονές μας να βιοπορίζονται με ωφέλιμο τρόπο για τους ίδιους εννοείται, αλλά και για το ευρύτερο περιβάλλον και την γειτονιά τους στην οποία κι εμείς ανήκουμε, προσδίδει ικανοποίηση, ελπίδα, ασφάλεια για το μέλλον. Τα κίνητρα αυτά εντείνουν το βαθμό συμμετοχής δίδοντας αφορμές και για πολλές άλλες πρωτοβουλίες, παραγωγικές και αξιοποίησης τοπικών φυσικών και κοινωνικών πόρων, που το δίχως άλλο θα αναφανούν στη συνέχεια με πολλαπλά ευεργετικά αποτελέσματα.

Σημείωση:

1-  Από άρθρο του Σ.Ε.Κ. (Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Κομποστοποίησης):
«Είναι ευρύτατα γνωστό ότι οι συμβάσεις ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου & Ιδιωτικού Τομέα) ανάλογα τις τεχνολογικές επιλογές, που θα γίνουν στους κλειστούς ανταγωνιστικούς διαλόγους, μπορούν να εκτοξεύσουν το κόστος και τα Δημοτικά τέλη στα ύψη. Οι Δήμοι και οι Δημότες πρέπει και οφείλουν να εκτρέψουν με Οικιακή Κομποστοποίηση, Πράσινα Σημεία και Ανακύκλωση σημαντικές ποσότητες αποβλήτων – από τις μονάδες επεξεργασίας – για να μειώσουν το κόστος. Τότε όμως θα έχουμε ρήτρα που θα πληρώνουμε όλοι εάν δεν εισέρχονται στις μονάδες οι «εγγυημένες»  ποσότητες με συνέπεια νέα αδιέξοδα. Οι Δήμοι που θα συμβάλουν στη μείωση των αποβλήτων και στην επίτευξη των εθνικών στόχων θα έχουν ποινή; Πρέπει να διδαχθούμε από την εμπειρία της μονάδας επεξεργασίας στη περιοχή Κόση της Λάρνακας στη Κύπρο. Λόγω της οικονομικής κρίσης η εισερχόμενη ποσότητα είναι μικρότερη από την εγγυημένη, με αποτέλεσμα να πληρώνουν ρήτρα και το κόστος ανά τόνο να έχει αυξηθεί κατά 80% (!!!)»


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ

Γιατί έχουμε επιτακτικά την ανάγκη μιας Κομποστοποίησης Συνοικιακής, ή πάλι, γιατί είμαστε ‘παθιασμένοι’ μαζί της
 του Χαράλαμπου Λαζάνη

Η κομποστοποίηση, ως Συνοικιακή, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια οικολογική πρακτική. Πέρα του ότι, επειδή μετέρχεται ήπιες-οικιακές μεθόδους, είναι οικολογικότερη από την βιομηχανική ή δημοτική, δηλαδή από μορφές κομποστοποίησης μεγάλης κλίμακας που διενεργούνται σε κεντρικές-συγκεντρωτικές εγκαταστάσεις, έχει κι άλλες αρετές: η μεγαλύτερη από αυτές είναι ότι μπορεί να συμβάλλει στην ανάταξη ενός κοινωνικού σώματος η κλινική εικόνα του οποίου καταγράφεται σαν απώλεια της ικανότητάς του να ενεργεί ως συνεκτικό (ρήξη συνοχής) με τα περισσότερα από τα μισά νεότερα μέλη του αχρηστεμένα (ανεργία) και με επικείμενη την γενίκευση μιας κρίσης επισιτισμού (απορία) Η Συνοικιακή μας μπορεί να επιφέρει σημαντική βελτίωση και στα τρία από τα παραπάνω μέτωπα.

Όμως η εκκίνηση τούτης της βελτίωσης δεν μπορεί να έχει σαν αφετηρία μια ανώτερη βουλητική λειτουργία που συνήθως εδράζεται στην κεφαλή του κοινωνικού σώματος για τον απλό λόγο ότι η κεφαλή του είναι παραδομένη σε αλλότριες δυνάμεις (βλέπε π.χ. Τρόικα) που δρουν παραλυτικά για το όλο σώμα. Ζούμε μια συνθήκη κατά την οποία το κεφάλι θέλει να καταργήσει από το σώμα όσα κύτταρα, ιστούς, όργανα κρίνει πως δεν χρειάζονται για την συντήρηση των νέων τεχνητών μελών, υποκατάστατων παλιών ή νέων προθετικών, εντασσόμενων σύμφωνα με μια νέα αντίληψη για την λειτουργία του σώματος. Στην νέα αυτή αντίληψη περί κοινωνικού σώματος δεν είναι επιθυμητή η ενότητα στη βάση της αυτόβουλης μετοχής των μελών σε αυτό, παρά μόνο μέσω της εξάρτησης κάθε εξατομικευμένου και μεμονωμένου μέλους από τα επί μέρους τεχνητά. Στο πλαίσιο αυτής της εξάρτησης, οργανικότητα, με την έννοια της συνέργειας και της συμπληρωματικότητας στο όλον, είναι επιθυμητή μόνο για τα τεχνητά μέλη, ενώ τα στερημένα βούλησης ατομικά-βιολογικά μέλη χρησιμεύουν υπό την ιδιότητά τους ως έλλογης βιολογικής πρώτης ύλης, αναγκαίας για την λειτουργία των τεχνητών. Είναι μια διαδικασία αμφίδρομης μεταβίβασης ιδιοτήτων, από το έλλογο-βιολογικό προς το άλογο-ανόργανο και ανάποδα, κατά την οποία η ύλη, ως μηχανή, δανείζεται συνείδηση από το ανθρώπινο είδος ενώ οι άνθρωποι από υποκείμενα καθίστανται ενεργούμενα, αδρανή υλικά, αντικείμενα. Κατά τη λογική αυτή, για παράδειγμα, ‘χρειαζόμαστε’ περισσότερους αναπήρους για την βιομηχανία αναπηρικών αμαξιδίων, ανελκυστήρων, κτλ, περισσότερα ατυχήματα για εξασφάλιση της ροής μοσχευμάτων προς τα χειρουργεία, νέες επιδημίες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας εμβολίων. Με τούτη την ανάστροφη προοπτική ερμηνεύεται ως τάση απλοποίησης ο μαρασμός των διάφορων τοπικών κοινωνιών, η ισοπέδωση κι εξομοίωση των τόπων και των τοπικών οικονομικών, κοινοτικών, πολιτιστικών και λοιπών ιδιαιτεροτήτων. 

Η ξύλινη γλώσσα και το μονοτονικό. Η κυκλοφοριακή αγωγή. Η ξύλινη ζωή, εν τέλει. Σ’ αυτή την αντιστροφή υποκειμένου-αντικειμένου εντάσσεται, από τα ανήσυχα μέλη των φθινουσών κοινωνιών μας, η ανάποδη -λόγω κεκτημένης ταχύτητας χιλιετιών- ανάγνωση των σύγχρονων φαινομένων ως παραλογισμός, ως πολιτισμική και ηθική παρακμή, ως διάλυση των κοινωνικών δεσμών, ως κατάρρευση του κοινωνικού κράτους,  κοινωνικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, ως αποκοπή της κοινωνίας από τις προσβάσεις στην εξουσία.. Αυτοκτονίες, μείωση του προσδοκώμενου μέσου όρου ζωής, ανασφάλεια, δυσπροσαρμοστικότητα, εγκληματικότητα, περιθωριοποίηση και φτώχεια είναι οι παράπλευρες απώλειες ενός εμφύλιου πολέμου ‘ταξικού’ όπου όμως οι τάξεις καθορίζονται με κριτήριο την ετοιμότητά τους να τροφοδοτήσουν (‘δεξαμενές σκέψης’, σώματα στρατού, πειραματικά εργαστήρια, κτλ.) ως καύσιμη -πρώτη και τελευταία- ύλη, την επέλαση της μηχανής του Δυτικού Κράτους προς την δική του ολοκλήρωση και τη δική μας ανυπαρξία, αφού η κριτική μας προτιμάει να το αφήνει στο απυρόβλητο.

Έτσι, η Συνοικιακή μας, αναμένει την ανάληψή της από τα μεμονωμένα μέλη που, έχοντας επίγνωση του διακυβεύματος, συντονίζουμε τις προσπάθειές μας με αφορμή μια παραγωγική δραστηριότητα συνυφασμένη με τον τόπο της, την γειτονιά ιδωμένη ως ο τόπος της ζωής μας κι όχι ως τόπος ομηρίας ή εξόντωσης. Πριν λοιπόν περιέλθουμε στην κατώτατη συνθήκη προς την οποία οδεύουμε, δηλαδή σε αυτήν του ανθρώπινου απορρίμματος που αναζητά τροφή στα σκουπίδια, πριν μας προλάβει η γενίκευση του καθεστώτος συγχώνευσης των εννοιών ‘Άνθρωπος’ και ‘σκουπίδι’, με άμεσο τον κίνδυνο να υποστούμε ξανά κοινή μεταχείριση, όπως είναι η ανακύκλωση, η καύση ή η υγειονομική ταφή, ή πάλι (κανείς δε ξέρει)  κ ο μ π ο σ τ ο π ο ί η σ η  από τίποτα φυσιολάτρες ΟικοΝαζί οπλισμένους με καθαρούς, εκτός από έξυπνους, υπερ-κομποστοποιητές, καλούμαστε, καλώντας και τους γειτόνους μας να βοηθήσουν, να εκτρέψουμε από το κύκλωμα που απολήγει στις χωματερές της Ιστορίας, το ύστατο κύμα σκουπιδιών της γηραλέας, αποκρουστικής κι έχουσας πια φάει τα ψωμιά της καταναλωτικής κοινωνίας μας, για να το μετατρέψουμε σε χώμα γόνιμο, κατάλληλο για να ριζώσει επιτέλους, εδώ και για τα καλά, ο σπόρος της κοινωνίας του μέλλοντός μας.